- θαυματόεις
- θαυματόεις, -εσσα, -εν (Α)θαυμαστός.[ΕΤΥΜΟΛ. < θαύμα, -ατος + κατάλ. –όεις (πρβλ. αιματ-όεις, κυματ-όεις)].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
θαυματόεντ' — θαυματόεντα , θαυματόεις neut nom/voc/acc pl θαυματόεντα , θαυματόεις masc acc sg θαυματόεντι , θαυματόεις masc/neut dat sg θαυματόεντε , θαυματόεις masc/neut nom/voc/acc dual … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
-όεις — όεσσα, όεν (Α όεις, όεσσα, όεν) παραγωγική κατάληξη πολλών επιθέτων τής οποίας αρχική μορφή θεωρείται η εις, εσσα, εν, που σχητίστηκε από ουσ. με επίθημα Fεντ (< IE * went , πρβλ. αρχ. ινδ. και αβεστ. vant : rupa vant «όμορφος» < rupa… … Dictionary of Greek